Meaning of άσο | Babel Free
Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- πόλη της Ιαπωνίας, στο νομό Κουμαμότο, της περιφέρειας Κυούσου στην ομώνυμη νήσο.
-
αιτιατική ενικού του άσος accusative, singular
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.