Meaning of ασημο- | Babel Free
Ορισμοί
αʹ συνθετικό που προσδίδει στη σύνθετη λέξη την έννοια του ασημιού ή του ασημένιου χρώματος
Παραδείγματα
“ασημοστόλιδο, ασημόσυρμα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.