HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ασεξουαλικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. ο σχετικός με τον ασέξουαλ
  2. ο ασέξουαλ, ο μη έχων ερωτικής επιθυμίας, ο μην έχων σεξουαλικής επιθυμίας
  3. άνθρωπος που απέχει απ' το σεξ

Ισοδύναμα

English Asexual

Παραδείγματα

“μερικοί ασέξουαλς έχουν πόθο αγκαλιάς, φιλιού και μη ολοκληρωμένης σχέσης, άλλοι δεν έχουν καμία ερωτική επιθυμία”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ασεξουαλικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course