Meaning of ασεξουαλικός | Babel Free
Ορισμοί
- ο σχετικός με τον ασέξουαλ
- ο ασέξουαλ, ο μη έχων ερωτικής επιθυμίας, ο μην έχων σεξουαλικής επιθυμίας
- άνθρωπος που απέχει απ' το σεξ
Ισοδύναμα
English
Asexual
Παραδείγματα
“μερικοί ασέξουαλς έχουν πόθο αγκαλιάς, φιλιού και μη ολοκληρωμένης σχέσης, άλλοι δεν έχουν καμία ερωτική επιθυμία”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.