HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του αρωματικός | Babel Free

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
a.ɾo.ma.tiˈkos

Ορισμοί

  1. που έχει και αναδίδει ωραίο άρωμα
  2. είδος χημικής οργανικής ένωσης
  3. αρωματικά: ουσία (φυσική ή τεχνητή) που αρωματίζει

Ισοδύναμα

Български ароматен
Bosanski aroma
Català aromàtic
Dansk aromatisk
Ελληνικά ευωδιαστός
English Aromatic Fragrant
Esperanto aroma
Español aromático
हिन्दी ख़ुशबूदार
Hrvatski aroma
Magyar aromás
Te Reo Māori kakara
Nederlands aromaat aromatisch geurig kruidig
Polski aromatyczny
Português aromático fragrante
Română aromat
Српски aroma
Svenska aromatisk
Türkçe aromatik
Tiếng Việt thơm

Παραδείγματα

“Το βενζόλιο είναι αρωματική οργανική ένωση.”

Benzene is an aromatic organic compound.

“※ Υδροξυενώσεις είναι οι οργανικές που περιέχουν στο μόριο τους ένα ή περισσότερα υδροξύλια (ΟΗ) και διακρίνονται σε αλκοόλες (αλειφατικές, κυκλικές και αρωματικές) και στις φαινόλες. (Χημεία (Β Λυκείου) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο), Ινστιτούτο τεχνολογίας υπολογιστών και εκδόσεων «Διόφαντος», ebooks.edu.gr, ανακτήθηκε στις 10/1/2026 https://old.ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-B132/770/5034,23006/)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αρωματικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free