HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αρσενικοθήλυκος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2

Ορισμοί

  1. ο ερμαφρόδιτος, αυτός που έχει χαρακτηριστικά γνωρίσματα και των δύο φύλων (αρσενικού και θηλυκού).
  2. αυτός που υφίσταται και στα δύο γένη (αρσενικό και θηλυκό).

Παραδείγματα

“Κοιτούσε με περιέργεια το αρσενικοθήλυκο πρόσωπο της ηθοποιού.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αρσενικοθήλυκος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course