Meaning of αρσενικός | Babel Free
/ar.se.niˈkos/Ορισμοί
- που ανήκει στο φύλο που γονιμοποιεί
- εννοείται γένος
- ο σχετικός με εργαλείο ή εξάρτημα που εισολκεί σε έτερο
Παραδείγματα
“αρσενικός σύνδεσμος μάνικας”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.