HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αρσενικός

Επίθετο θηλυκό CEFR C2 Specialized
ar.se.niˈkos

Ορισμοί

  1. που ανήκει στο φύλο που γονιμοποιεί
  2. εννοείται γένος
  3. ο σχετικός με εργαλείο ή εξάρτημα που εισολκεί σε έτερο

Ισοδύναμα

20 more languages

Παραδείγματα

“αρσενικός σύνδεσμος μάνικας”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αρσενικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free