HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αρρευστοποίητος | Babel Free

Adjective CEFR C2

Ορισμοί

  1. που δε ρευστοποιήθηκε ή δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί
    literally
  2. ((μεταφορικά) για περιουσιακά στοιχεία) που δε μετατράπηκαν σε χρήμα / ρευστό ή που δεν επιδέχονται τέτοια μετατροπή

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αρρευστοποίητος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course