Meaning of αρπιστής | Babel Free
Ορισμοί
ο μουσικός που παίζει άρπα (έγχορδο μουσικό όργανο)· είτε κονσερτική άρπα με πεντάλ (μεγάλη), είτε μοχλική άρπα (με μοχλούς-λεβιέ, κέλτικη, μικρή)
Παραδείγματα
“ειδικευμένος χειριστής στο έγχορδο μουσικό όργανο άρπα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.