αρμόνικα
Ορισμοί
- φυσαρμόνικα
- μικρό όργανο με μεταλλικά γλωσσίδια που παράγουν ήχο με διάφορα μέσα όπως με αέρα η φυσαρμόνικα, ή το ακορντεόν
- μουσικό όργανο με σειρά γυάλινων ποτηριών που παράγουν με την τριβή των δακτύλων διαφορετικούς ήχους, ανάλογα με το νερό που περιέχουν
- ξύλινος σωλήνας μεγάλου εκκλησιαστικού οργάνου που βρίσκεται κοντά στο πόδειο.
Ισοδύναμα
Españolarmónica de cristal
16 more languages
Bosanskiharmonika
Češtinaharmonika
Ελληνικάφυσαρμόνικα
Hrvatskiharmonika
Magyarüvegharmonika
日本語アルモニカ
Portuguêsharmónica de vidro
Русскийстеклянная гармоника
Српскиharmonika
ไทยหีบเพลง
Türkçearmonika
Παραδείγματα
“Έπαιζε αρμόνικα δίπλα στη φωτιά όλο το βράδυ.”
He played the harmonica by the fire all night.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free