Meaning of αρμοστός | Babel Free
/aɾ.moˈstos/Ορισμοί
- που αρμόζει, που ταιριάζει
- ο καλά προσαρμοζόμενος ή προσαρμοσμένος
- εφαρμοστός
- με διασυνδετικό μηχανισμό ή άρμοση
-
αρραβωνιασμένος rare
Παραδείγματα
“αρμοστή κατασκευή”
“※ το δοξάρι απίθωσε στο χώμα, γέρνοντάς το / στο γυαλιστό, αρμοστό πορτόφυλλο (μετάφραση: Καζαντζάκης, Νίκος - Κακριδής, Ιωάννης των στίχων 136‑137, της 'Οδύσσειας' του Ομήρου)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.