HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αρμόνικα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/aɾˈmo.ni.ka/

Ορισμοί

  1. φυσαρμόνικα
  2. μικρό όργανο με μεταλλικά γλωσσίδια που παράγουν ήχο με διάφορα μέσα όπως με αέρα η φυσαρμόνικα, ή το ακορντεόν
  3. μουσικό όργανο με σειρά γυάλινων ποτηριών που παράγουν με την τριβή των δακτύλων διαφορετικούς ήχους, ανάλογα με το νερό που περιέχουν
  4. ξύλινος σωλήνας μεγάλου εκκλησιαστικού οργάνου που βρίσκεται κοντά στο πόδειο.

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αρμόνικα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course