Σημασία του αρμόνικα | Babel Free
aɾˈmo.ni.kaΟρισμοί
- φυσαρμόνικα
- μικρό όργανο με μεταλλικά γλωσσίδια που παράγουν ήχο με διάφορα μέσα όπως με αέρα η φυσαρμόνικα, ή το ακορντεόν
- μουσικό όργανο με σειρά γυάλινων ποτηριών που παράγουν με την τριβή των δακτύλων διαφορετικούς ήχους, ανάλογα με το νερό που περιέχουν
- ξύλινος σωλήνας μεγάλου εκκλησιαστικού οργάνου που βρίσκεται κοντά στο πόδειο.
Ισοδύναμα
Bosanski
harmonika
Čeština
harmonika
Ελληνικά
φυσαρμόνικα
Español
armónica de cristal
Hrvatski
harmonika
Magyar
üvegharmonika
日本語
アルモニカ
Português
harmónica de vidro
Русский
стеклянная гармоника
Српски
harmonika
ไทย
หีบเพลง
Türkçe
armonika
Παραδείγματα
“Έπαιζε αρμόνικα δίπλα στη φωτιά όλο το βράδυ.”
He played the harmonica by the fire all night.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free