Meaning of αρμαθιά | Babel Free
/aɾ.maˈθça/Ορισμοί
μία σειρά από όμοια μικρά πράγματα συνήθως περασμένα σε σκοινί ή σε σύρμα
Ισοδύναμα
English
Bunch
Παραδείγματα
“Κυκλοφορείν με μια αρμαθιά κλειδιά.”
He goes around with a bunch of keys.
“μια μεγάλη αρμαθιά κρεμμύδια”
a large string of onions
“※ Μὲ μιὰ ἁρμαθιά κλειδιὰ στὰ χέρια προσπαθούσαμε νὰ ἀνοίξωμε πόρτες. (Ἄλεξ Ζάννος, Ὁ Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος στὴν Ἑλλάδα. 1940-1944. Ἀναμνήσεις. Αδημοσίευτο)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.