Meaning of αριστοκράτης | Babel Free
/a.ɾi.stoˈkɾa.tis/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- άτομο ευγενούς ή πλούσιας καταγωγής
-
άνθρωπος χαρακτηριζόμενος από αριστοκρατικότητα· που έχει ευγενείς τρόπους και συμπεριφορά broadly
-
πρόσωπο που προσποιείται ευγενική καταγωγή, αλλά δεν έχει ironic
-
άνθρωπος καλομαθημένος ironic
-
άνθρωπος αλαζονικός, υπεροπτικός ironic
- μέλος της κοινωνικής τάξης των ευγενών
-
εξέχουσα φυσιογνωμία figuratively
Ισοδύναμα
English
noble
Παραδείγματα
“ξεπεσμένος αριστοκράτης”
“≈ συνώνυμα: γαλαζοαίματος, ευγενής, ευπατρίδης”
“Έλα τώρα, μη μας κάνεις τον αριστοκράτη.”
“Κοιμάται έως το μεσημέρι, λες και είναι αριστοκράτης.”
“≈ συνώνυμα: καλοπερασάκιας”
“απλησίαστος/ελαφρόμυαλος αριστοκράτης”
“≈ συνώνυμα: ακατάδεχτος, υπερόπτης, ψηλομύτης”
“≈ συνώνυμα: ευγενής”
“Οι αριστοκράτες του πνεύματος/της πολιτικής”
“≈ συνώνυμα: διακεκριμένος, ελίτ”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.