Meaning of αριστοκρατία | Babel Free
/aɾistokɾaˈtia/Ορισμοί
- πολίτευμα στο οποίο εξουσιάζουν οι άριστοι με την αρχαία έννοια της λέξης, δηλαδή οι ευγενείς
- ανώτερη κοινωνική τάξη, οι ευγενείς μιας περιοχής
- οι σημαντικοί εν ζωή άνθρωποι ενός επαγγελματικού, καλλιτεχνικού, πνευματικού ή άλλου χώρου
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Στις πόλεις-κράτη οι βασιλείς μοίρασαν ειρηνικά την εξουσία τους και σε άλλους εγκαθιδρύοντας την αριστοκρατία στη θέση της βασιλείας.”
“Η αριστοκρατία της Αγγλίας περιλαμβάνει πολλούς τίτλους όπως κύριος, δούκας, βαρώνος, λόρδος και άλλους.”
“Στη χθεσινή πρεμιέρα συμμετείχε όλη η αριστοκρατία του Χόλιγουντ.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.