Meaning of αργιλο- | Babel Free
Ορισμοί
αʹ συνθετικό που προσδίδει στη σύνθετη λέξη τη σημασία του άργιλου, ότι κάτι περιέχει άργιλο, είναι φτιαγμένο απʼ αυτόν ή σχετίζεται μʼ αυτόν
Παραδείγματα
“αργιλοθερμία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.