Meaning of απρόσεκτος | Babel Free
/aˈpɾo.se.ktos/Ορισμοί
- που δεν προσέχει
- που δεν έχει συγκεντρωμένη την προσοχή του σε κάτι
- ασύνετος, απερίσκεπτος, αστόχαστος
- που γίνεται χωρίς την απαιτούμενη προσοχή και συγκέντρωση
- που γίνεται χωρίς την απαιτούμενη φροντίδα και επιμέλεια
Ισοδύναμα
English
loose
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.