Meaning of αποφύλλωση | Babel Free
Ορισμοί
γεωπονική πρακτική τεχνητής απομάκρυνσης των φύλλων φυτού —συνήθως με χημικά μέσα—, ώστε να διευκολυνθεί η ωρίμανση ή η συγκομιδή των καρπών
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.