αποκάλυψες
Ορισμοί
β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκαλύπτω
Παραδείγματα
“Επιτέλους αποκάλυψες το μυστικό που έκρυβες τόσο καιρό.”
You finally revealed the secret you'd hidden for so long.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free