HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αποδίδων | Babel Free

Verb CEFR B2
/a.poˈði.ðon/

Ορισμοί

που αποδίδει κάτι στο δικαιούχο, σε όποιον αυτό οφείλεται

Παραδείγματα

“ο αποδίδων τις τιμές”
“η ανακρίτρια, η αποδίδουσα τις ευθύνες”
“με νεότερη τροπολογία, ο αποδίδων τον ΦΠΑ έχει δικαίωμα να καταθέσει το ποσό σε δόσεις”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αποδίδων used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course