αποένζυμο
Ορισμοί
το ανενεργό πρωτεϊνικό μέρος ενός ενζύμου, το οποίο αποκτά καταλυτική δράση μόνο όταν συνδεθεί με τον κατάλληλο συμπαράγοντα
Ισοδύναμα
2 more languages
Suomiapoentsyymi
Polskiapoenzym
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free