Σημασία του απεργός | Babel Free
Ορισμοί
που απεργεί, που σταματά για κάποιο διάστημα να εργάζεται, ως διαμαρτυρία για να πετύχει αλλαγή στις συνθήκες εργασίες του ή για άλλο πολιτικό σκοπό
Ισοδύναμα
Català
vaguista
Cymraeg
streicwr
Ελληνικά
επιθετικός
English
striker
Galego
folguista
Italiano
scioperante
Português
grevista
Русский
бастующий
Shqip
grevist
Kiswahili
mgomaji
Tiếng Việt
tiền phong
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free