απεργός
Ορισμοί
που απεργεί, που σταματά για κάποιο διάστημα να εργάζεται, ως διαμαρτυρία για να πετύχει αλλαγή στις συνθήκες εργασίες του ή για άλλο πολιτικό σκοπό
Ισοδύναμα
17 more languages
Catalàvaguista
Cymraegstreicwr
Ελληνικάεπιθετικός
Galegofolguista
Italianoscioperante
Portuguêsgrevista
Русскийбастующий
Shqipgrevist
Kiswahilimgomaji
Tiếng Việttiền phong
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free