Meaning of απειρο- | Babel Free
Ορισμοί
- αʹ συνθετικό που δηλώνει τεράστια ποσότητα ή ένταση, που ξεπερνά κάθε μέτρο ή δυνατότητα καταμέτρησης· αποδίδει αίσθηση υπερβολής, πλήθους ή μεγέθους χωρίς όριο.
- αʹ συνθετικό που δηλώνει απουσία εμπειρίας ή εξοικείωσης με την έννοια που εκφράζει το δεύτερο συνθετικό
Παραδείγματα
“απειράριθμος, απειροελάχιστος”
“απειροπόλεμος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.