απείλησες
Ορισμοί
β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος απειλώ
Παραδείγματα
“Μου είπε πως απείλησες κάποιον στο πάρτι χθες.”
He told me that you threatened someone at the party yesterday.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free