απέβαλαν
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποβάλλω
Παραδείγματα
“Τον απέβαλαν από το σχολείο για μια εβδομάδα.”
They expelled him from school for a week.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free