αντρίλα
Ορισμοί
οσμηρή ή γενικότερα αισθητή εκδήλωση ανδρικής παρουσίας, που παραπέμπει είτε σε σωματική δυσοσμία είτε σε επίδειξη αρρενωπότητας
familiar
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free