HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανομοίωση | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/a.noˈmi.o.si/

Ορισμοί

  1. η μεταβολή του χαρακτήρα ενός φθόγγου ή φωνήματος ώστε να διαφοροποιηθεί από όμοιο γειτονικό ή κοντινό του
  2. η τροπή δασέος συμφώνου στο αντίστοιχο ψιλό, όταν στην επόμενη συλλαβή ακολουθεί άλλο δασύ

Ισοδύναμα

English dissimilation

Παραδείγματα

“[ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ]”
“Στις λέξεις γραπτός - γραφτός έχουμε ανομοίωση [pt] > [ft] με μετατροπή του κλειστού συμφώνου [p] σε εξακολουθητικό [f] ώστε να διαφοροποιηθεί από το κλειστό [t].”
“τριχός [tɾi.kʰós] αντί θριχός [tʰɾi.kʰós] (θρίξ), ἐτέθην [e.tétʰɛːn] αντί ἐθέθην [e.tʰétʰɛːn]”
“Νόμος του Γκράσμαν στη Βικιπαίδεια .”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανομοίωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course