HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανδρο- | Babel Free

Phrase CEFR B1

Ορισμοί

αʹ συνθετικό που προσδίδει στη σύνθετη λέξη της σημασία του άνδρα, του συζύγου ή των θεωρούμενων ανδρικών χαρακτηριστικών (π.χ. ανδρεία, γενναιότητα κ.λπ.)

Παραδείγματα

“ανδροκρατούμενος, αντρόγυνο, ανδραγαθία”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανδρο- used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course