Meaning of ανδρο- | Babel Free
Ορισμοί
αʹ συνθετικό που προσδίδει στη σύνθετη λέξη της σημασία του άνδρα, του συζύγου ή των θεωρούμενων ανδρικών χαρακτηριστικών (π.χ. ανδρεία, γενναιότητα κ.λπ.)
Παραδείγματα
“ανδροκρατούμενος, αντρόγυνο, ανδραγαθία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.