Meaning of αναπληρώνω | Babel Free
Ορισμοί
αντικαθιστώ κάποιον και εκτελώ τις λειτουργίες που, για κάποιον προσωρινό ή μόνιμο λόγο, δεν είναι σε κατάσταση να εκπληρώσει μόνος του
Παραδείγματα
“Πρέπει ν’ αναπληρώσουμε το χαμένο καιρό.”
We must make up for lost time.
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.