Meaning of αναπληρώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αναπληρώνω
- θα αναπληρώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναπληρώνω
- να αναπληρώσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναπληρώνω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.