Meaning of αναμεικτήρας | Babel Free
Ορισμοί
- μηχανικό εξάρτημα ανάμειξης υλικών
- ειδική μηχανή ανάμειξης υλικών όπως π.χ. χρωμάτων και παραγωγής οποιασδήποτε απόχρωσης
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.