HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναλογικά | Babel Free

Adverb CEFR B2
/a.na.lo.ʝiˈka/

Ορισμοί

  1. με αναλογικό τρόπο, με σωστές αναλογίες
  2. που διαμορφώνεται μιμούμενος κάτι άλλο, κατ' αναλογία με άλλο, σε αναλογία με

Παραδείγματα

“Πρέπει να το ζωγραφίσεις αναλογικά. Δεν μπορεί να έχει κεφάλι καρφίτσας και χέρια πίθηκου”
“Κόψ' το αναλογικά. Μας δίνει έτοιμες τις διαστάσεις”
“το καλύτερος ίσως πρέπει να γράφεται καλλίτερος από το "καλλίων", αλλά κυριαρχεί η άποψη ότι σχηματίστηκε αναλογικά προς τα παραθετικά σε -ύτερος των επιθέτων σε -υς”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναλογικά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course