Meaning of αναλογικά | Babel Free
/a.na.lo.ʝiˈka/Ορισμοί
- με αναλογικό τρόπο, με σωστές αναλογίες
- που διαμορφώνεται μιμούμενος κάτι άλλο, κατ' αναλογία με άλλο, σε αναλογία με
Παραδείγματα
“Πρέπει να το ζωγραφίσεις αναλογικά. Δεν μπορεί να έχει κεφάλι καρφίτσας και χέρια πίθηκου”
“Κόψ' το αναλογικά. Μας δίνει έτοιμες τις διαστάσεις”
“το καλύτερος ίσως πρέπει να γράφεται καλλίτερος από το "καλλίων", αλλά κυριαρχεί η άποψη ότι σχηματίστηκε αναλογικά προς τα παραθετικά σε -ύτερος των επιθέτων σε -υς”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.