Meaning of αναλογίζομαι | Babel Free
/a.na.loˈʝi.zo.me/Ορισμοί
- σκέφτομαι για κάτι σε βάθος εκτιμώντας συνήθως και επιπτώσεις
- επανεξετάζω, ξανασκέφτομαι κάτι, συχνά με δέος ή άγχος, λογαριάζω, υπολογίζω όλες τις παραμέτρους, συνυπολογίζω όλους τους παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν κάτι, σκέφτομαι σοβαρά κάτι
- ξαναθυμάμαι, αλλά συνήθως με κάποιο δέος και θαυμασμό, και όχι τόσο με τόση νοσταλγία, φέρνω στο νου μου
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Δεν παντρεύτηκε τελικά γιατί αναλογίστηκε τις ευθύνες”
“Αναλογίζομαι καμιά φορά τα μικράτα μας στην κατοχή... Πώς τα έβγαλαν πέρα οι πατεράδες μας, οι μανάδες μας, εμείς; Τι εποχές κι αυτές...”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.