Meaning of αναλογισθείς | Babel Free
Ορισμοί
- όταν αναλογίσθηκε , καθώς αναλογίσθηκε, αναλογιζόμενος
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλογίζομαι
- θα αναλογισθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναλογίζομαι (και αναλογιστείς)
Παραδείγματα
“διασκεδασθέντος του μεγίστου τούτου κινδύνου, οι εν Μύλοις και εν Κεφαλαρίω εστρατοπεδευμένοι Έλληνες, αναλογισθέντες ότι η έξοδος των εν τη ακροπόλει... (Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Σπ. Τρικούπης)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.