HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναλογισθείς | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. όταν αναλογίσθηκε , καθώς αναλογίσθηκε, αναλογιζόμενος
  2. β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αναλογίζομαι
  3. θα αναλογισθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αναλογίζομαι (και αναλογιστείς)

Παραδείγματα

“διασκεδασθέντος του μεγίστου τούτου κινδύνου, οι εν Μύλοις και εν Κεφαλαρίω εστρατοπεδευμένοι Έλληνες, αναλογισθέντες ότι η έξοδος των εν τη ακροπόλει... (Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Σπ. Τρικούπης)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναλογισθείς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course