Meaning of ανακούρκουδα | Babel Free
Ορισμοί
-
σε στάση με βαθύ κάθισμα, όπου τα γόνατα είναι λυγισμένα και η στήριξη του σώματος είναι συνήθως από τα δάκτυλα των ποδιών familiar
-
οκλαδόν familiar
-
πέφτοντας ανάποδα και με το κεφάλι, ανάκυρτα, ανάσκελα idiomatic
Ισοδύναμα
English
Squat
Παραδείγματα
“※ Οι γυναίκες, καθισμένες ανακούρκουδα, κάτι κοπανίζανε σε μεγάλα πέτρινα γουδιά. (Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ (1988) Από την άλλη όχθη του χρόνου [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.