ανάλγητα
Ορισμοί
με ανάλγητο τρόπο, χωρίς την έγνοια για το άλγος, τον ψυχικό πόνο που προκαλεί σε άλλους, άπονα, σκληρά, δίχως ευαισθησία, ανελέητα, δίχως οίκτο, άκαρδα
Ισοδύναμα
21 more languages
Azərbaycan diliamansızcasına
Češtinanemilosrdné
Galegocruelmente
हिन्दीक्रूरतापूर्वक
Magyarkegyetlenül
日本語ぎすぎす
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free