Meaning of ανακαλύπτω | Babel Free
/a.na.kaˈli.pto/Ορισμοί
- βρίσκω πρώτος κάτι που προϋπήρχε, αλλά κανείς δεν ήξερε
- βρίσκω τυχαία ή έπειτα από έρευνες κάτι κρυμμένο ή χαμένο
- μαθαίνω για την ύπαρξη κάποιου (ανθρώπου, αντικειμένου κ.λπ.) όχι πολύ γνωστού, που πριν δεν ήξερα
Ισοδύναμα
English
discover
Παραδείγματα
“Ο Χριστόφορος Κολόμβος ανακάλυψε την Αμερική.”
“Ανακάλυψε τον χαμένο θησαυρό.”
“Ανακάλυψα ένα μαγαζί με φτηνά ρούχα.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.