Meaning of ανακαλυφθείς | Babel Free
/a.na.ka.liˈfθis/Ορισμοί
-
μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος ανακαλύπτω formal
- β΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου του ανακαλύπτω
Παραδείγματα
“Πρόσφατα ανακαλυφθέντα ερείπια.”
“να, ας, αν, ίσως ανακαλυφθείς (υποτακτική αορίστου)”
“θα ανακαλυφθείς (παθητικός στιγμιαίος μέλλοντας)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.