Meaning of ανακαλλιέργεια | Babel Free
Ορισμοί
-
επαναληπτική ή εκ νέου διαδικασία καλλιέργειας formal, general, rare
-
καλλιέργεια μικροοργανισμών που προκύπτει από μεταφορά υλικού από προϋπάρχουσα καλλιέργεια σε νέο θρεπτικό υπόστρωμα especially
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.