Meaning of αναισθητικός | Babel Free
Ορισμοί
- ο σχετικός με την αναισθησία, συνήθως με την έννοια της νάρκωσης που εφαρμόζεται σε επεμβάσεις και οδυνηρές ιατρικές πράξεις
- που μπορεί να προκαλέσει νάρκωση, αναισθησία
Παραδείγματα
“αναισθητικές ουσίες”
“Λένε ότι κυκλοφόρησε ένα αναισθητικό σπρέι, αλλά είναι παράνομο”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.