Σημασία του ανέταξα | Babel Free
Ορισμοί
first-person singular simple past of ανατάσσω (anatásso)
first-person, form-of, past, singular
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.