Σημασία του ανετράπην | Babel Free
a.neˈtɾa.pinΟρισμοί
first-person singular simple past of ανατρέπομαι (anatrépomai), the passive of ανατρέπω (anatrépo)
first-person, form-of, formal, past, singular
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.