ανέλαβαν
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αναλαμβάνω
Παραδείγματα
“Οι νέοι υπάλληλοι ανέλαβαν τα καθήκοντά τους χθες.”
The new employees took up their duties yesterday.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free