ανέθρεψε
Ορισμοί
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ανατρέφω
Παραδείγματα
“Η γιαγιά ανέθρεψε τρία εγγόνια μόνη της.”
The grandmother raised three grandchildren on her own.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free