Meaning of ανάλαφρος | Babel Free
Ορισμοί
- ελαφρύς
- ελαφρύς στη συμπεριφορά, όχι ανόητος, αλλά γενικά όχι βαρύς
- ήπιος, όχι έντονος, ίσα που τον καταλαβαίνεις
Παραδείγματα
“Έχει ανάλαφρο περπάτημα”
“Είναι ανάλαφρος άνθρωπος, δεν θέλει να σε κουράζει με βαθυστόχαστα αλλά ούτε να κουράζεται κι αυτός”
“ανάλαφρος στοχαστής”
“Μας δρόσισε λίγο ένα ανάλαφρο αεράκι”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.