HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανάλαφρος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2

Ορισμοί

  1. ελαφρύς
  2. ελαφρύς στη συμπεριφορά, όχι ανόητος, αλλά γενικά όχι βαρύς
  3. ήπιος, όχι έντονος, ίσα που τον καταλαβαίνεις

Παραδείγματα

“Έχει ανάλαφρο περπάτημα”
“Είναι ανάλαφρος άνθρωπος, δεν θέλει να σε κουράζει με βαθυστόχαστα αλλά ούτε να κουράζεται κι αυτός”
“ανάλαφρος στοχαστής”
“Μας δρόσισε λίγο ένα ανάλαφρο αεράκι”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανάλαφρος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course