Meaning of αμείψει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αμείβω
- θα αμείψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αμείβω
- να αμείψει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμείβω
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.