Meaning of αλόγου | Babel Free
Ορισμοί
-
σπανιότερη μορφή του αλόγου, γενική ενικού του άλογο genitive, singular
-
γενική ενικού του άλογο genitive, singular
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: άλογου (σπανιότερο)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.