Meaning of αλουμίνας | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική ενικού του αλουμίνα genitive, singular
- ο έμπορος ή κατασκευαστής ειδών από αλουμίνιο
-
τεχνίτης που ασχολείται με την κατασκευή και τοποθέτηση κουφωμάτων από αλουμίνιο especially
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.