Meaning of αλουμίνιο | Babel Free
/a.luˈmi.ni.o/Ορισμοί
- ελαφρύ και ανθεκτικό υλικό (μέταλλο) που προέρχεται από κράμα αργιλίου
-
αντικείμενο από αλουμίνιο broadly
Ισοδύναμα
English
aluminium
Παραδείγματα
“Το αλουμίνιο έχει μεγάλη ικανότητα στο να αντιστέκεται στη διάβρωση.”
Aluminium is very resistant to corrosion.
“※ Χυτήριο για τη δημιουργία κολώνων αλουμινίου από πρωτόχυτο ή δευτερόχυτο (ανακυκλωμένο) αλουμίνιο (Η ελληνική πολυεθνική με 30 χρόνια εντυπωσιακής ανάπτυξης, εφημ. Καθημερινή, 05/06/2019 https://www.kathimerini.gr/economy/business/1026658/i-elliniki-polyethniki-me-30-chronia-entyposiakis-anaptyxis/)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.