Meaning of αλλο- | Babel Free
/a.lo/Ορισμοί
πρώτο συνθετικό που προσδίδει στη σύνθετη λέξη τη σημασία τού άλλου, του διαφορετικού, από άλλο μέρος, που ανήκει σε μία παραλλαγή
Παραδείγματα
“αλλογενής, αλλοπαρμένος”
“αλλόθρησκος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.