Meaning of ακυρωμένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει ακυρωθεί, έχει χάσει το κύρος του
- που έχει ακυρωθεί στο ειδικό μηχάνημα που εκτυπώνει ημερομηνία και ώρα χρήσης πάνω του, ώστε να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί άλλη φορά
- που δεν εκτελέστηκε ως είχε προγραμματιστεί
Παραδείγματα
“ακυρωμένη κράτηση, ακυρωμένο συμβόλαιο”
“η ακυρωμένη παράσταση”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.